Οι Αθηναίοι ρυπαίνουν την πόλη τους -Τι δείχνει ο νέος «Άτλας Ποιότητας Αέρα»

Κατηγορία: Ελλάδα
airp708_0

Οι πόλεις με τη μεγαλύτερη ρύπανση της ατμόσφαιρας από επικίνδυνα για την υγεία μικροσκοπικά σωματίδια βρίσκονται στη νότια Πολωνία, στη Βουλγαρία και στην κοιλάδα Πο της Ιταλίας, σύμφωνα με το νέο «Άτλαντα Ποιότητας Αέρα για την Ευρώπη», που παρουσίασε το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η Αθήνα μαζί με τα προάστιά της ξεχωρίζει κυρίως για δύο λόγους. Από τη μία, είναι -μαζί με το Παρίσι και τη Μαδρίτη- οι ευρωπαϊκές πόλεις όπου περίπου τα δύο τρία των ρύπων (65%) παράγονται από ανθρώπινες δραστηριότητες μέσα στο ίδιο το σύμπλεγμα του ιστορικού κέντρου και των προαστίων, π.χ. λόγω των μετακινήσεων των κατοίκων. Από την άλλη, είναι η πόλη -μαζί με τη Λισαβόνα- που οι ατμοσφαιρικοί ρύποι της επιβαρύνονται λιγότερο (μόνο σε ποσοστό 5% της συνολικής ρύπανσης) από γεωργικές δραστηριότητες πέριξ της πόλης.

Όπως εκτιμά το JRC, παρόλο που η ατμόσφαιρα σήμερα στην Ευρώπη είναι πολύ πιο καθαρή από ό,τι στο παρελθόν, κάθε χρόνο περισσότεροι από 400.000 Ευρωπαίοι εξακολουθούν να πεθαίνουν πρόωρα εξαιτίας της κακής ποιότητας του αέρα που εισπνέουν. Οι θάνατοι αυτοί είναι υπερδεκαπλάσιοι σε σχέση με τα θύματα των τροχαίων στην ΕΕ. Εκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από αναπνευστικές, καρδιολογικές και άλλες παθήσεις λόγω της ρύπανσης του αέρα.

Τα μικροσκοπικά σωματίδια ΡΜ2,5 (με διάμετρο μικρότερη των δύο εκατομμυριοστών του μέτρου), τα διοξείδια του αζώτου και του θείου, ο μόλυβδος και το όζον κοντά στο έδαφος είναι οι κατ” εξοχήν ρύποι του αέρα. Οι πηγές ρύπανσης είναι τόσο ανθρωπογενείς (μετακινήσεις με οχήματα, καύσεις για θέρμανση και μαγείρεμα, βιομηχανικές και αγροτικές δραστηριότητες, πυρκαγιές κ.α.), όσο και φυσικές (σκόνη ερήμων, αλάτι θάλασσας κ.α.).

Τα εισπνεόμενα μικροσωματίδια περιλαμβάνουν ανθρωπογενή στερεά και υγρά σωματίδια, σκόνη, καπνό, αιθάλη, γύρη και σωματίδια του εδάφους. Ανάλογα με τις μετεωρολογικές συνθήκες, τα σωματίδια αυτά μπορεί να παραμείνουν στην ατμόσφαιρα έως μία εβδομάδα. Έχει εκτιμηθεί ότι τα σωματίδια ΡΜ2,5 μειώνουν το προσδόκιμο ζωής στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά οκτώ έως δέκα μήνες στις περιοχές των οποίων η ατμόσφαιρα έχει επιβαρυνθεί περισσότερο.

Ο νέος “Ατλας καταγράφει την κατάσταση της ατμόσφαιρας σε 150 πόλεις με πληθυσμό άνω των 50.000 κατοίκων και με πυκνότητα πληθυσμού άνω των 1.500 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.

Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι σχεδόν όλες οι πόλεις του “Ατλαντα έχουν μέσα επίπεδα σωματιδίων (ΡΜ2,5) πάνω από τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (δέκα μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα). Μόνο η Στοκχόλμη η Γλασκώβη, το Ταλίν, το Ελσίνκι, το Γκέτεμποργκ, η Γένοβα και το Κλερμόν-Φεράν βρίσκονται κάτω από αυτά όρια.

Σε ορισμένες πόλεις τα μέσα ετήσια επίπεδα μικροσωματιδίων στην ατμόσφαιρα ξεπερνούν κατά πολύ τον ετήσιο ευρωπαϊκό στόχο των 25 μg/m3. Μεταξύ αυτών είναι το Κατοβίτσε, το Πόζναν, το Λοτζ και η Κρακοβία στην Πολωνία, η Σόφια και το Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη) στη Βουλγαρία, η Οστράβα στην Τσεχία και η Μπρέσκια στην Ιταλία.

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες στο ιστορικό κέντρο των πόλεων συμβάλλουν περίπου κατά το ένα τέταρτο (26%) στη συνολική ρύπανση του αέρα τους. Το μεγαλύτερο ποσοστό καταγράφεται στο Μιλάνο (57%), στο Παρίσι (56%) και στη Μαδρίτη (52%).

Η Αθήνα και τα προάστιά της

Αν ληφθούν υπόψη και τα προάστια γύρω από το κέντρο της πόλης, τότε το ποσοστό στη συνολική ρύπανση των ευρωπαϊκών πόλεων αυξάνεται στο 31% κατά μέσο όρο. Τη μεγαλύτερη συμβολή στη συνολική αστική ρύπανση έχει το σύμπλεγμα ιστορικού κέντρου-προαστίων στο Παρίσι (66%), στη Μαδρίτη (65%), στην Αθήνα (65%), στο Τορίνο (63%) και στο Μιλάνο (63%). Αντίθετα, το μικρότερο ποσοστό παρατηρείται στη Λευκωσία (6%), στη Χάγη (7%) και στη Λεμεσό (8%).

Ειδικότερα η ρύπανση από την κίνηση και τις εξατμίσεις των οχημάτων ευθύνεται κατά μέσο όρο κατά 14% για την επιβάρυνση του αέρα των ευρωπαϊκών πόλεων. Η συμβολή των ρύπων από τις εξατμίσεις είναι μεγαλύτερη στη Μαδρίτη (39%) και στο Παρίσι (29%). Το μικρότερο πρόβλημα τέτοιου είδους έχουν η Βαλέτα της Μάλτας (2%), η Λεμεσός (2%) και η Λευκωσία (2%).

Οι πόλεις επηρεάζονται σε ποσοστό 23% κατά μέσο όρο από τις εκπομπές ρύπων από τις αγροτικές δραστηριότητες που ασκούνται γύρω από τις πόλεις. Αυτό ισχύει κατ” εξοχήν για τη Δρέσδη και τη Λειψία της Γερμανίας (40% και 36% της συνολικής ρύπανσης αντίστοιχα). Στον αντίποδα βρίσκονται η Αθήνα και η Λισαβόνα, στις οποίες η γεωργία πέριξ του αστικού ιστού ευθύνεται μόνο για το 5% των ρύπων των πόλεων.

Οι βιομηχανικές δραστηριότητες ευθύνονται για το 20% των αστικών ρύπων κατά μέσο όρο και παίζουν ρόλο-κλειδί ιδίως στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ελλάδα, σύμφωνα με το JRC. Η πόλη με τη μεγαλύτερη ρύπανση εξαιτίας των βιομηχανιών είναι το Μανχάιμ-Λουντβιχσάφεν της Γερμανίας (σχεδόν το 50% των συνολικών ρύπων του αέρα) και ακολουθούν το Μπιλμπάο της Ισπανίας (46%), το Λιντς της Αυστρίας (44%) και η Μασσαλία της Γαλλίας (41%).

Οι οικιακές δραστηριότητες (π.χ. θέρμανση από τζάκια) που εκλύουν μικροσωματίδια στην ατμόσφαιρα, συμβάλλουν σε ποσοστό 13% κατά μέσο όρο στη ρύπανση των ευρωπαϊκών πόλεων. Αυτή η πηγή ρύπων παίζει μεγαλύτερο ρόλο στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, ιδίως στην Πολωνία, ενώ είναι σχεδόν ανύπαρκτη στις χώρες της βόρειας Ευρώπης και της Σκανδιναβίας.

Οι πόλεις που «πνίγονται» περισσότερο από τα τζάκια και άλλες πηγές θέρμανσης με καύση είναι οι πολωνικές Βαρσοβία (48% των συνολικών ρύπων), Κρακοβία (40%) και Κατοβίτσε (40%). Αντίθετα οι πόλεις με το μικρότερο πρόβλημα από τέτοιους ρύπους είναι η Λεμεσός και η Βαλέτα (μόνο 1% της συνολικής ρύπανσης) και η Λευκωσία (2%).

Οι ρύποι φυσικής προέλευσης ευθύνονται σχεδόν για το 20% των ρύπων των πόλεων. Τα μεγαλύτερα ποσοστά αυτής της κατηγορίας ρύπανσης παρατηρούνται στη Βαλέτα (46% του συνόλου) και στη Λεμεσό (43%).

Σε ορισμένες πόλεις η ρύπανση είναι κατά βάση διασυνοριακή και «εισαγόμενη» από το εξωτερικό, π.χ. σκόνη από τη Σαχάρα. Τέτοιες είναι κατ” εξοχήν οι περιπτώσεις της Βαλέτας (88% της συνολικής ρύπανσης), της Λεμεσού (86%) και της Λευκωσίας (84%).

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)