Ποιός σκότωσε τη «Μαύρη Ντάλια»; Νέο βιβλίο αποκαλύπτει για πρώτη φορά τον δράστη

Κατηγορία: Crimenet Stories
ImageHandler

Ο μυστηριώδης φόνος της «Μαύρης Ντάλιας» στο Λος Άντζελες το 1947 είναι, σύμφωνα με πολλούς, το πιο φρικιαστικό ανεξιχνίαστο έγκλημα στην νομική ιστορία των ΗΠΑ.

Η σορός της επίδοξης στάρλετ Ελίζαμπεθ Σορτ βρέθηκε στο πεζοδρόμιο ενός άδειου οικοπέδου σε ένα νότιο προάστιο του Λος Άντζελες και σόκαρε ακόμα και τους πιο κυνικούς δημοσιογράφους του αστυνομικού ρεπορτάζ της εποχής.

Η νεαρή γυναίκα ήταν δεμένη από τους καρπούς. Το πρόσωπο και το κεφάλι της ήταν γεμάτα μώλωπες από χτυπήματα και ένα δαιμονικό χαμόγελο είχε «χαραχτεί» στο πρόσωπό της, με βαθιές τομές που ξεκινούσαν από τις γωνίες του σώματός της και εκτείνονταν προς τα έξω.
Η 22χρονη είχε ακρωτηριαστεί με αποτρόπαιο τρόπο. Ο κορμός του σώματός της είχε αποκοπεί τελείως, ο πρωκτός της έφερε μεγάλες πληγές από την εισαγωγή ενός αιχμηρού αντικειμένου, το στομάχι της ήταν γεμάτο κόπρανα και το διαλυμένο κορμί της είχε «στραγγιστεί» τελείως από το αίμα του, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση.

Ο φόνος της Σορτ παρέμεινε άλυτος για πολλές δεκαετίες, παρά το γεγονός ότι ο δολοφόνος της κοπέλας στα τέλη του 1948 βγήκε από την κρυψώνα του και παραδέχτηκε ότι γνώριζε δύο πράγματα για το έγκλημα, τα οποία δεν είχαν αποκαλυφθεί ποτέ στο κοινό από τις Αρχές. Ωστόσο, η εξιχνίαση δεν ήρθε ποτέ αφού η μαρτυρία φέρεται να «κουκουλώθηκε» από το τμήμα Ανθρωποκτονιών και το ΑΤ του Λος Άντζελες δεν θέλησε να  δημιουργήσει κόντρα με το τμήμα, αλλά προτίμησε να αφήσει την υπόθεση να «παγώσει».

Τώρα, 70 χρόνια αργότερα και μετά από εκτεταμένη πολυετή έρευνα, η συγγραφέας Πιου Ήτγουελ αποκαλύπτει γιατί η αλήθεια για τον θάνατο της «Μαύρης Ντάλιας» δεν είδε ποτέ το φως στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Μαύρη Ντάλια, Κόκκινο Ρόδο: Το έγκλημα, η διαφθορά και η συγκάλυψη του σημαντικότερου ανεξιχνίαστου φόνου της Αμερικής».

Η ζωή της γυναίκας που αιχμαλώτισε το ενδιαφέρον ενός ολόκληρου έθνους

Ο φόνος της Σορτ αιχμαλώτισε για πολλούς μήνες το ενδιαφέρον ενός ολόκληρου έθνους, καθώς η φρικιαστική κακοποίηση που είχε δεχθεί η κοπέλα πριν και μετά τον θάνατό της υποδήλωναν «νεκροφιλία και φετιχισμό με μαχαίρια».

«Όλα έδειχναν ότι ήταν έργο ενός σαδιστή δολοφόνου που λειτουργούσε με βάση το αρρωστημένο του πάθος. Πολλοί υπέθεταν ότι ο δολοφόνος είχε ιατρική εκπαίδευση ή εμπειρία με τον χειρισμό πτωμάτων σε νεκροτομείο και ότι ο θάνατος τον συνάρπαζε», γράφει στο βιβλίο του η ερευνήτρια Πιου Ήτγουελ.

Με την υπόθεση και την πρόοδο των ερευνών να βρίσκεται κάθε μέρα στα πρωτοσέλιδα του αμερικανικού Τύπου, οι ντετέκτιβ άρχισαν να αναζητούν στοιχεία στο παρελθόν και τη ζωή του θύματος, ελπίζοντας ότι έτσι θα κατάφερναν να εντοπίσουν τον διεστραμμένο δολοφόνο.

Η Ελίζαμπεθ Σορτ, που οι φίλοι της αποκαλούσαν Μπεθ, ήταν το τρίτο από τα πέντε κορίτσια που είχαν αποκτήσει οι γονείς της, και τα οποία μεγάλωσαν στη Μασαχουσέτη μόνο υπό την προστασία της μητέρας τους. Ο πατέρας της, ένας απατεώνας που είχε σκηνοθετήσει την ίδια του την αυτοκτονία για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του, ήταν απών για το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής της πανέμορφης κοπέλας, που είχε ως μοναδικό όνειρο ζωής να γίνει διάσημη.

Αφού μετακόμισε στη Σάντα Μπάρμπαρα, η κοπέλα εργάστηκε για ένα διάστημα ως γραμματέας σε ένα στρατόπεδο και ο προϊστάμενός της τη χαρακτήρισε μετά τον θάνατό της ως «ένα από τα πιο όμορφα και πιο ντροπαλά κορίτσια που είχε γνωρίσει ποτέ». Η κοπέλα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την εργασία της λόγω της σεξουαλικής παρενόχλησης που δέχθηκε από έναν λοχία.

Το 1943, η ανήλικη κοπέλα συνελήφθη επειδή κατανάλωνε αλκοόλ με μια παρέα στρατιωτικών σε ένα εστιατόριο της Σάντα Μπάρμπαρα. Τα δακτυλικά της αποτυπώματα που μπήκαν στο αρχείο μετά τη σύλληψη χρησίμευσαν αργότερα για την ταυτοποίηση της γυναίκας, αφού ο δολοφόνος της είχε παραμορφώσει σε βαθμό που ήταν πλέον αγνώριστη. Η φωτογραφία της σύλληψής της είναι η πιο εμβληματική της «Μαύρης Ντάλιας» στην οποία αποτυπώνεται η εντυπωσιακή ομορφιά και γοητεία της παράξενης αυτής κοπέλας.

Μετά την αποφυλάκισή της με αναστολή από το αναμορφωτήριο ανηλίκων, η Σορτ φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα από μια αστυνομικό που την πήρε υπό την προστασία της. Εκείνη της δάνεισε έπειτα χρήματα για να επιστρέψει στο σπίτι της μητέρας της στη Μασαχουσέτη, ένα ταξίδι που κρατούσε τότε έξι μέρες με το λεωφορείο. Ωστόσο η νεαρή και φιλόδοξη κοπέλα δεν άντεξε την απομόνωση της ζωής στη Μασαχουσέτη και επέστρεψε γρήγορα στην Καλιφόρνια, μια απόφαση που θα την οδηγούσε σε μια σειρά λάθος αποφάσεων που έμελλε να της στοιχίσουν τη ζωή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσαν για την Σορτ οι ερευνητές της Αστυνομίας, με τον καιρό το ντροπαλό όμορφο κορίτσι μεταμορφώθηκε  σε μια σκληρή γυναίκα, που εκμεταλλευόταν την ομορφιά της για να κερδίζει τα προς το ζην και να ζει με πολυτέλεια. Η καλλονή συνήθιζε να φλερτάρει με δεκάδες άνδρες ταυτόχρονα, δίνοντάς τους ελπίδες ότι θα έπεφτε μαζί τους στο κρεββάτι ώστε να αποσπά δώρα και χρηματικά ποσά. Όταν η πίεση να υποκύψει στις ορέξεις τους γινόταν αφόρητη, εκείνη εξαφανιζόταν, ενώ δικαιολογούσε τους δισταγμούς της λέγοντας ότι είναι παρθένα ή παντρεμένη.

Εκείνη την εποχή, η νεαρή Σορτ κέρδισε και το παρατσούκλι «Μαύρη Ντάλια» που της έβγαλε ένας θαυμαστής της λόγω των εντυπωσιακών κατάμαυρων μαλλιών της. Αργότερα, ένας ρεπόρτερ ανακάλυψε το προσωνύμιο, που υιοθετήθηκε με ενθουσιασμό από τους συναδέλφους του κατά το συνήθειο της εποχής, σε βαθμό που να γίνει περισσότερο γνωστό από το πραγματικό όνομα της Σορτ.

Η αρχή του τέλους για την πανέμορφη «Μαύρη Ντάλια»

Σύμφωνα με την συγγραφέα Πιου Ήτγουελ, η αρχή του τέλους για την σαγηνευτική «Μαύρη Ντάλια» ήταν η γνωριμία της με τον 55χρονο Μάρκ Χάνσεν, έναν πλούσιο και ισχυρό παράγοντα του Χόλιγουντ, δανέζικης καταγωγής. Οι δραστηριότητες του Χάνσεν ισορροπούσαν πάντα ανάμεσα στη νομιμότητα και την παρανομία. Εκτός από τις νόμιμες επιχειρήσεις του (μια αλυσίδα κινηματογράφων) είχε μερίδιο σε παράνομα καζίνο και άλλα στριπτιζάδικα – μπαρ όπου εκδίδονταν γυναίκες. Ο ίδιος μάλιστα διατηρούσε ένα χαρέμι στο σπίτι του με τα αγαπημένα του κορίτσια.

Ο Μαρκ Χάνσεν

Σε αυτό το σπίτι έκανε την εμφάνισή της τον Οκτώβριο του 1946 η Σορτ, η οποία επισκεπτόταν τη φιλενάδα της Αν Τοθ, η οποία έμενε ήδη με τον Χάνσεν. Η μελαχρινή καλλονή τράβηξε αμέσως την προσοχή του επιχειρηματία, ο οποίος την προσκάλεσε να μείνει μαζί του. Επί δέκα μέρες, η νεαρή φλέρταρε με τον 55 χωρίς ωστόσο να φτάνει στο κρεβάτι μαζί του, ισχυριζόμενη ότι είναι παρθένα. Μετά από δέκα μέρες, και έχοντας κουραστεί από τις αρνήσεις της κοπέλας, τις συνεχείς εκκλήσεις της για οικονομική βοήθεια αλλά και τους δεκάδες άνδρες επισκέπτες της, ο Χάνσεν αποφάσισε ότι είχε ανεχτεί αρκετά.

Σύμφωνα με την συγγραφέα του βιβλίου, ο Χάνσεν – θέλοντας να ξεφορτωθεί την κοπέλα χωρίς φασαρίες – ζήτησε τη βοήθεια ενός προαγωγού και μικροεγκληματία που του έκανε θελήματα, του Λέσλι Ντίλον να τον «απαλλάξει από την παρουσία της».

Αυτό που δεν γνώριζε ωστόσο είναι ότι ο Ντίλον δεν ήταν απλώς ένας νταβατζής αλλά ένας παρανοϊκός σαδιστής δολοφόνος που θα διέπραττε ένα από τα φρικιαστικότερα εγκλήματα στην ιστορία της Αμερικής.


Η αποκάλυψη του δολοφόνου

Μετά την ανακάλυψη της σορού της «Μαύρης Ντάλιας» και ενώ οι εβδομάδες περνούσαν χωρίς οι Αρχές να έχουν κάνει την οποιαδήποτε πρόοδο στον εντοπισμό του δολοφόνου, πάνω από 500 «γραφικοί» τύποι εμφανίστηκαν στην Αστυνομία, ισχυριζόμενοι ότι εκείνοι είχαν σκοτώσει την κοπέλα, επιζητώντας τα φώτα της δημοσιότητας.

Το πρώτο ουσιαστικό στοιχείο της υπόθεσης εμφανίστηκε στα τέλη του 1948, όταν ο ψυχίατρος που είχε προσλάβει το ΑΤ του Λος Άντζελες, Δρ.  Τζόσεφ Πολ ντε Ρίβερ έπεισε τον δολοφόνο να του αποκαλυφθεί.

Ο δολοφόνος εμφανίστηκε όταν ο Ντε Ρίβερ δημοσίευσε ένα ψεύτικο άρθρο «δόλωμα» στο περιοδικό True Detective σχετικά με το προφίλ του δράστη.

Ο ψυχίατρος ήταν πεπεισμένος ότι ένοχος για αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα κατά βάθος ήθελε «αναγνώριση» για την πράξη του και ότι είχε την ανάγκη να καυχηθεί για αυτήν. Πράγματι, δεν έπεσε έξω στους υπολογισμούς του. Τον Οκτώβριο του 1948, έλαβε ένα γράμμα από έναν αποστολέα ονόματι «Τζακ Σαντ», ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήξερε κάποιον που ταίριαζε στο προφίλ του δολοφόνου και προσέφερε τη βοήθειά του ώστε να συλληφθεί ο ένοχος.

Ο Λέσλι Ντίλον

Ο «Τζακ Σαντ» (ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα ο προαγωγός Λέσλι Ντίλον, το τσιράκι του Χάνσεν) συναντήθηκε με τον ψυχίατρο αρκετές φορές. Κατά τις συναντήσεις τους, του αποκάλυψε μια σειρά από στοιχεία για τον υποτιθέμενο ύποπτο, μιλώντας ουσιαστικά για τον εαυτό του, που έκαναν τον έμπειρο ψυχίατρο να σιγουρευτεί ότι είχε μπροστά του τον δολοφόνο της κοπέλας.

Το πιο σημαντικό ήταν οτι ο Λέσλι Ντίλον γνώριζε δύο λεπτομέρειες για τον φόνο της «Μαύρης Ντάλιας» οι οποίες δεν είχαν αποκαλυφθεί ποτέ από τους αστυνομικούς στο κοινό: Ότι το τατουάζ ενός ρόδου που είχε η νεαρή ψηλά στον μηρό της είχε κοπεί από τον δολοφόνο και το δέρμα είχε εισαχθεί στο αιδοίο της,  αλλά και ότι το ηβικό της τρίχωμα είχε κοπεί και τοποθετηθεί στο ορθό της.

Επίσης, ο «Τζακ Σαντ» (δηλαδή ο Ντίλον) ταίριαζε με όλα όσα είχε συμπεράνει ο Δρ. ντε Ρίβερ για τον δολοφόνο. Είχε δουλέψει στο παρελθόν σε νεκροτομείο και γνώριζε πολλά πράγματα για τον χειρισμό των πτωμάτων, όπως πώς να αποστραγγίξει το αίμα τους. Επίσης, στα γράμματά του στον γιατρό είχε υπονοήσει ότι ο «γνωστός του» που θεωρούσε ύποπτο σκότωσε την κοπέλα επειδή η ίδια απείλησε ότι θα αποκάλυπτε σε όλους ότι είχε ένα εξαιρετικά μικρό πέος και ότι «την έκοψε στη μέση» για να δει μέχρι που θα έφτανε το πέος του κατά την διάρκεια της συνουσίας με το άψυχο σώμα της.

Μετά από σωματική εξέταση στην κατ” ιδίαν συνάντησή τους, ο γιατρός διαπίστωσε ότι ο Ντίλον είχε το μόριο «ενός οχτάχρονου αγοριού». Επίσης ο ίδιος παραδέχτηκε ότι είχε αδυναμία στις γυναίκες με μεγάλο στόμα (κάτι που εξηγεί ενδεχομένως την παραμόρφωση του στόματος της «Μαύρης Ντάλιας») αλλά και ότι είχε κακοποιήσει γυναίκες στο παρελθόν με χρήση ναρκωτικών ουσιών.

Αστυνομικός ψάχνει τη βαλίτσα της «Μαύρης Ντάλιας»


Η συγκάλυψη από το Εγκληματολογικό

Τα στοιχεία που ο έμπειρος ψυχίατρος είχε συγκεντρώσει για λογαριασμό της αστυνομίας ήταν αρκετά για να καταδικάσουν τον διεστραμμένο δολοφόνο σε ισόβια φυλάκιση, σύμφωνα με την συγγραφέα του βιβλίου. Ωστόσο οι Αρχές παρά το γεγονός ότι είχαν τις αποδείξεις στα χέρια τους άφησαν τον Ντίλον να την «σκαπουλάρει», σε μια υπόθεση συγκάλυψης που στιγμάτισε για πάντα το αστυνομικό τμήμα του Λος Άντζελες.

Εκείνη την εποχή, πολλοί από τους αστυνομικούς ακόμα και στα υψηλότερες θέσεις ήταν τελείως διεφθαρμένοι και λάμβαναν κανονικό μισθό από τη μαφία και από άτομα όπως ο Χάνσεν που ήταν «χωμένα» στην παρανομία. Ο Ντίλον, ως τσιράκι του Χάνσεν και άλλων μαφιόζων της εποχής γνώριζε πολλά βρώμικα μυστικά και μετά τη σύλληψή του απείλησε να βγάλει στη φόρα όλα τα «άπλυτα» των πρώην εργοδοτών του, αν οι αστυνομικοί δεν τον άφηναν ελεύθερο.

Τότε ξεκίνησε μια εκστρατεία αμαύρωσης της φήμης του ψυχιάτρου, ο οποίος παρότι πεπεισμένος για την ενοχή του Ντίλον δεν μπόρεσε ποτέ να καταθέσει επισήμως όσα γνώριζε.

Ωστόσο, τα γεγονότα δεκαετίες μετά το έγκλημα «μιλούν από μόνα τους» υποστηρίζει η συγγραφέας και ερευνήτρια, που εμφανίζεται πεπεισμένη για την ενοχή αυτού του βαθιά άρρωστου ατόμου.

protothema.gr